ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
| Λάδι σε καμβά 60*80 εκ. |
| Λάδι σε καμβά 50*60 εκ. |
Δυο κοκόρια τσακώθηκαν και ξεπουπουλιάστηκαν, διεκδικώντας
την αρχηγία στο κοτέτσι. Ο ηττημένος μαζεύτηκε σε μια γωνιά του κοτετσιού,
αποδεχόμενος το αποτέλεσμα. Ο νικητής, γεμάτος έπαρση, ανέβηκε σ' ένα ψηλό
σημείο κι έκραζε μ' όλη του τη δύναμη. Τον άκουσε ένας αετός, χαμήλωσε προς το
κοτέτσι και τον άρπαξε. Ο ηττημένος έμεινε, τελικά, ο κυρίαρχος του κοτετσιού.
Όλες οι κότες ήταν πια δικές του.
*Η έπαρση πάντα πληρώνεται ακριβά, ενώ -πολλές φορές- η
αποδοχή της αποτυχίας μπορεί και να βγει σε ανέλπιστο καλό.
| Λάδι σε καμβά 60*50 εκ. |
Ένας γάιδαρος με τον ονηλάτη βάδιζαν σ’ ένα δρόμο. Ξαφνικά ο
γάιδαρος ξεστράτισε και τραβούσε προς τον γκρεμό. Ο ονηλάτης τον τραβούσε με το
καπίστρι του και απ’ την ουρά ακόμα για να τον συγκρατήσει, αλλά μάταιος κόπος.
Στο τέλος, εγκατέλειψε την προσπάθεια της σωτηρίας λέγοντας: "Εντάξει,
νίκα, αλλά αυτή η νίκη είναι για το κακό σου".
* Κάποιοι άνθρωποι φιλόνικοι επιδιώκουν τη νίκη, ακόμα κι αν
αυτή αποδειχθεί επιζήμια για τους ίδιους.
Το ποντίκι και το λιοντάρι
| Λάδι σε καμβά 60*50 εκ. Πολλές φορές διαφορετικά ζώα αναγκάζονται σε συμπεριφορές
αντίθετες του είδους τους κάτω από την πίεση κοινού κινδύνου |
| Λάδι σε καμβά 60*80 εκ. |
Οι λαγοί έκαναν κάποτε συμβούλιο, για ν’ αποφασίσουν πώς
μπορούν ν’ αντιμετωπίσουν τη δειλία τους. Ένιωθαν πως δεν αξίζει τέτοια ζωή, να
τρέμει συνεχώς το φυλλοκάρδι τους. Αποφάσισαν, λοιπόν, να πέσουν στη λίμνη για
να πνιγούν. Με το ποδοβολητό τους, καθώς έτρεχαν, τρόμαξαν τους βατράχους, που
έσπευσαν να πηδήξουν πρώτοι στη λίμνη. Τότε, οι λαγοί, βλέποντας ότι υπήρχαν
και άλλοι πιο δειλοί απ’ αυτούς, γύρισαν στις φωλιές τους.
* Οι άνθρωποι, όταν βλέπουν άλλους να βρίσκονται σε
χειρότερη μοίρα από τη δική τους, παρηγορούνται, ενισχύονται και παίρνουν
κουράγιο.
| Λάδι σε καμβά 80*100 εκ. |
σε λιβάδι δροσερό,
ένας γάιδαρος καθόταν,
έτρωγε κι ευχαριστιόταν.
Μα για τύχη του κακή,
ένας λύκος φτάνει εκεί.
— Γεια χαρά σου, γαϊδαράκο.
— Βρε, καλώς τον φιλαράκο.
— Ξέρεις, άδεια είν’ η κοιλιά μου.
— Έλα βόσκησε κοντά μου.
— Βλέπεις τίποτα άλλο εδώ;
— Πώς δεν βλέπω, βλέπω εσένα.
— Ω! τι λες; θα φας εμένα;
— Ναι, κι αρχίζω παρευθύς.
— Στάσου, φίλε, να χαρείς.
Μιας κι απόφαση έχεις πάρει
να με φας τον φουκαριάρη,
μη τουλάχιστον θελήσεις
από τη μούρη μου ν’ αρχίσεις.
Πάει ο λύκος από πίσω.
Δυο γερές κλωτσιές του φέρνει,
τούμπες τρεις ο λύκος παίρνει.
Με τα μούτρα του σπασμένα
και τα δόντια του βγαλμένα,
τρέχει ουρλιάζοντας στο δάσος
και ο γάιδαρος ο μπάσος
γκάρισμα τρανό αρχινά
κι αντηχούνε τα βουνά.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
β)Η χελώνα που ήθελε να πετάξει
Μια χελώνα παρακαλούσε αγριόπαπιες να τη μάθουν να πετάει.
Εκείνες της επισήμαιναν πως αυτό δεν είναι στη φύση της και να μην το
προσπαθήσει ποτέ. Η χελώνα, όμως, επέμενε στο αίτημά της, μέχρι που οι
αγριόπαπιες της έδωσαν ένα κλαδάκι να πιαστεί και τη σήκωσαν ψηλά. Όταν άφησε
το κλαδάκι για να πετάξει, χωρίς βοήθεια, έπεσε και σκοτώθηκε.
*Οι άνθρωποι οφείλουν να γνωρίζουν τις δυνατότητές τους,
γιατί αλλιώς κινδυνεύουν σοβαρά.
γ)Ο Μπούφος
"Έπεσε σαν του μπούφου το πουλί" Ο μπούφος
καλοπερνά εξαιτίας της πολλής βλακείας. Κοιμάται από το πρωί μέχρι το βράδυ,
διότι είναι νυχτόβιο πουλί. Έχει το στόμα του ανοιχτό και του τρέχουν τα σάλια,
μαζεύοντας πολλά, μικρά έντομα, τα μικρόπουλα βρίσκουν εύκολη λεία,
μπαίνουν μέχρι μέσα στο στόμα του κι αυτός εύκολα τα... κατευθύνει στο στομάχι
του. Κατά τη λαϊκή σοφία, ο μπούφος παρουσιάζεται ως ηλίθιος κι έτσι γεμίζει το
στομάχι του. Ακόμα και το πολύχρωμο φτέρωμά του είναι εργαλείο της...
"δουλειάς" του.
* Κάποιες αδυναμίες μπορεί να γίνουν πρόξενοι κέρδους.
δ)Τα όνειρα της αλεπούς
Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται και η αλεπού ονειρεύεται κότες.
ε)Αλεπού και κάβουρας
Ο κάβουρας αποφάσισε, κάποτε, με την αλεπού να καλλιεργήσουν
μαζί ένα χωράφι με σιτάρι. Η πονηρή αλεπού δεν πήρε μέρος καθόλου στην όλη
διαδικασία. Καθόταν σε μια πλαγιά του κοντινού λόφου και επιτηρούσε, έχοντας
και τη δικαιολογία - γι’ αυτή της τη στάση - έτοιμη: «Εγώ μένω εδώ, για να
κρατώ τον βράχο, που βλέπεις εκεί ψηλά, μην κυλήσει και μας πλακώσει όσο θα
δουλεύουμε.» Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στις αρχές του καλοκαιριού από τον
κάβουρα μόνο, που, αφού χώρισε το σιτάρι απ’ τ’ άχυρα, κάλεσε την αλεπού να
κατεβεί από τον λόφο στ’ αλώνι για τη μοιρασιά. Η πονηρή τον ρώτησε: «Θέλεις να
πάρεις εσύ τα άχυρα κι εγώ το σιτάρι ή να πάρω εγώ το σιτάρι κι εσύ τα άχυρα;
Πάρε ό,τι προτιμάς.» Ο κάβουρας καθυστερούσε την απάντηση, αποσβολωμένος από
την πονηριά της. Τότε η αλεπού προχώρησε σε άλλη πρόταση. Του έδειξε ένα σημείο
σε μεγάλη απόσταση και του είπε: «Θα πάμε εκεί, θα τρέξουμε προς το αλώνι και
όποιος φτάσει πρώτος θα πάρει ό,τι θέλει.» Ο κάβουρας, αφού είδε κι απόειδε,
ελπίζοντας μόνο σ’ ένα θαύμα ως προς τη δική του νίκη, δέχτηκε. Όσο έτρεχαν από
το σημείο προς το αλώνι, η αλεπού, σίγουρη για τη δική της νίκη, ονειρευόταν το
κέρδος της, όλο το σιτάρι δηλαδή, που της το εξασφάλιζε η μεγάλη αφέλεια του
κάβουρα. Φτάνοντας στο αλώνι, γύρισε ν’ απολαύσει - όπως πίστευε - τον
αργοκίνητο κάβουρα να προσπαθεί να φτάσει. Όμως μια φωνή πίσω της - αυτή του
κάβουρα - την έκανε να χάσει την… απόλαυση! Ο κάβουρας είχε γραπωθεί από τον
σωρό του σιταριού, μιας και από την ώρα που ξεκίνησαν τον αγώνα δρόμου είχε
πιαστεί από την ουρά της αλεπούς.
* Δεν πρέπει ο άνθρωπος να επαναπαύεται στη δική του εξυπνάδα και πονηριά, γιατί πάντα θα υπάρχουν πιο έξυπνοι, πιο πονηροί, πιο ικανοί.

